Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεσμευμένη λέξη < → δείτε τις λέξεις: δεσμευμένος και λέξη

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

δεσμευμένη λέξη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «Εισαγωγή στις γλώσσες προγραμματισμού με τη γλώσσα C», σελ. 24-25, Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. πρόσβαση:27/09/2019