Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δεσμευμένος η δεσμευμένη το δεσμευμένο
      γενική του δεσμευμένου της δεσμευμένης του δεσμευμένου
    αιτιατική τον δεσμευμένο τη δεσμευμένη το δεσμευμένο
     κλητική δεσμευμένε δεσμευμένη δεσμευμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δεσμευμένοι οι δεσμευμένες τα δεσμευμένα
      γενική των δεσμευμένων των δεσμευμένων των δεσμευμένων
    αιτιατική τους δεσμευμένους τις δεσμευμένες τα δεσμευμένα
     κλητική δεσμευμένοι δεσμευμένες δεσμευμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεσμευμένος < δεσμεύω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

δεσμευμένος, -η, -ο

  1. που έχει δεσμευτεί
    ο χώρος είναι δεσμευμένος
    είναι ο κύριος επενδυτής και έχει μεγάλα δεσμευμένα κεφάλαια
    δεν θα μπορέσει να έρθει, είναι δεσμευμένος αλλού
  2. εμποδίζομαι από ηθικό, νομικό, συναισθηματικό ή άλλο λόγο
    η διεύθυνση είναι δεσμευμένη απέναντι στο συνδικάτο
    είμαστε δεσμευμένοι στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών μας
  3. που έχει συνάψει ερωτικό δεσμό με άλλο πρόσωπο
  4. (πληροφορική) μπορεί να αναφέρεται σε ονομασίες (identifiers), όπως και σε περιοχές της μνήμης
    κάθε γλώσσα προγραμματισμού χρησιμοποιεί έναν αριθμό δεσμευμένων λέξεων

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία