Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

reserved, παθητική μετοχή του reserve

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

reserved (en)

  1. συγκρατημένος στις εκδηλώσεις του
  2. κρατημένος, ρεζερβέ
  3. δεσμευμένος
  4. (πληροφορική) δεσμευμένος
    The name of the table cannot start with sqlite_ because it is reserved for the internal use of SQLite.[1]

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

πληροφορική : reserved word, reserved identifier

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. (αγγλικά) SQLite Create Table, πρόσβαση:2020-01-18