Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική ο δεσμός οι δεσμοί τα δεσμά
      γενική του δεσμού των δεσμών των δεσμών
    αιτιατική τον δεσμό τους δεσμούς τα δεσμά
     κλητική δεσμέ δεσμοί δεσμά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεσμός < αρχαία ελληνική δεσμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δεσμός αρσενικό (πληθυντικός: οι δεσμοί, με άλλη σημασία τα δεσμά)

  1. οτιδήποτε συνδέει μεταξύ τους δύο άτομα ή σύνολα από συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική κ.α. άποψη
    οι ακατάλυτοι δεσμοί φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς
  2. η ερωτική σχέση
    η Μαρία έχει δεσμό με τον Ηλία εδώ και τρία χρόνια
  3. το πρόσωπο με το οποίο κάποος διατηρεί ερωτική σχέση
    Η Μαρία μετά από τρία χρόνια αποφάσισε να μας συστήσει το δεσμό της
  4. (χημεία) η δύναμη που αλληλεπιδρά μεταξύ γειτονικών ατόμων και τα κάνει να σχηματίζουν μια χημική ένωση
  5. κόμπος
    στη φράση: ο Γόρδιος δεσμός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεσμός < *δε- (< δέω «δένω» < *δεjω) + παρ.επίθ.επίθημα -σ-μός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δεσμός αρσενικό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία