Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική ο δεσμός οι δεσμοί τα δεσμά
      γενική του δεσμού των δεσμών των δεσμών
    αιτιατική τον δεσμό τους δεσμούς τα δεσμά
     κλητική δεσμέ δεσμοί δεσμά
Κατηγορία όπως «δεσμός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεσμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δεσμός. Για την ερωτική σχέση και τον χημικό όρο, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική lien και από την αγγλική bond[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðeˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δε‐σμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δεσμός αρσενικό (πληθυντικός: οι δεσμοί, με άλλη σημασία τα δεσμά)

  1. οτιδήποτε συνδέει μεταξύ τους δύο άτομα ή σύνολα από συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική κ.α. άποψη
    οι ακατάλυτοι δεσμοί φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς
  2. η ερωτική σχέση
    η Μαρία έχει δεσμό με τον Ηλία εδώ και τρία χρόνια
  3. το πρόσωπο με το οποίο κάποιος διατηρεί ερωτική σχέση
    Η Μαρία μετά από τρία χρόνια αποφάσισε να μας συστήσει το δεσμό της
  4. (χημεία) η δύναμη που αλληλεπιδρά μεταξύ γειτονικών ατόμων και τα κάνει να σχηματίζουν μια χημική ένωση
  5. κόμπος
    στη φράση: ο Γόρδιος δεσμός

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
δεσμ- 

σύνθετα με το -δεσμος

όπως

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     πληθυντικός  
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική δεσμός οἱ δεσμοί τὰ δεσμᾰ́
      γενική τοῦ δεσμοῦ τῶν δεσμῶν τῶν δεσμῶν
      δοτική τῷ δεσμ τοῖς δεσμοῖς τοῖς δεσμοῖς
    αιτιατική τὸν δεσμόν τοὺς δεσμούς τὰ δεσμά
     κλητική ! δεσμέ δεσμοί δεσμά
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δεσμώ
γεν-δοτ τοῖν  δεσμοῖν
Και δεύτερος πληθυντικός όπως το «φυτόν».
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεσμός < θέμα δε- (< δέω / δῶ (δένω) < *δεjω) + -σμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δεσμός αρσενικό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
δεσμ- 

όπως (δείτε και τα σύνθετά τους)

Σύνθετα του -δεσμός

  ΠηγέςΕπεξεργασία