Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δέσμη δέσμες
γενική δέσμης δεσμών
αιτιατική δέσμη δέσμες
κλητική δέσμη δέσμες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δέσμη < αρχαία ελληνική δέσμη (δεμάτι) < δέω (δένω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δέσμη θηλυκό

  1. ένα σύνολο από πολλά αντικείμενα ίδιου είδους, τα οποία είτε είναι δεμένα μεταξύ τους, είτε τα συγκρατεί μια κλωστή, σπάγκος, περιτύλιγμα
    δέσμη εγγράφων
  2. καθετί που παρουσιάζεται ή θεωρείται ως σύνολο ομοειδών πραγμάτων με κοινή προέλευση ή κοινό στόχο
    δέσμη φορολογικών μέτρων
  3. (στα πλαίσια του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος μέχρι το 1998) καθεμιά από τις ομάδες μαθημάτων που όφειλαν να παρακολουθήσουν και στα οποία εξετάζονταν στο τέλος της σχολικής περιόδου για να εισαχθούν σε συγκεκριμένες σχολές των ΑΕΙ και ΤΕΙ οι μαθητές της τελευταίας τάξης του λυκείου
  4. προσανατολισμένη ακτινοβολία
    δέσμη φωτός

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δέσμη < δέω, -ῶ (δένω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δέσμη θηλυκό

  1. σύνολο από ομοειδή πράγματα δεμένα μεταξύ τους, το δεμάτι