Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

affair (en)

  1. η υπόθεση (ζήτημα)
  2. ερωτική σχέση, συνήθως έντονη κι όχι μεγάλης διάρκειας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία