Δείτε επίσης: Job

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

job (en)

  1. δουλειά
  2. (πληροφορική) εργασία, ή σύνολο εργασιών που εκτελείται αυτόματα και προσχεδιασμένα, χωρίς την μεσολάβηση του χρήστη
     συνώνυμα: task



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

job < (άμεσο δάνειο) αγγλική job

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /d͡ʒɔb/
ομόηχο: Job

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

job (fr) αρσενικό