Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
fling flings

fling (en)

  1. ανάπαυλα, περίοδος χωρίς σκοτούρες
  2. βραχυχρόνια σεξουαλική σχέση

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας fling
γ΄ ενικό ενεστώτα flings
αόριστος flung
παθητική μετοχή flung
ενεργητική μετοχή flinging
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

fling (en)