Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική η ανάπαυλα
      γενική της ανάπαυλας
    αιτιατική την ανάπαυλα
     κλητική ανάπαυλα
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάπαυλα < αρχαία ελληνική ἀνάπαυλα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανάπαυλα θηλυκό

  1. σύντομη ανάσα, μικρή ξεκούραση, ανάπαυση, διακοπή μια δραστηριότητας για λίγο
    Δουλεύει χωρίς ανάπαυλα, ακόμα και Κυριακές, επειδή χρειάζεται τα λεφτά από τις υπερωρίες
  2. ανακωχή στον πόλεμο
    Στο Ιράκ ο πόλεμος δεν λέει να πάρει τέλος -μια ανάπαυλα και πάλι απ' την αρχή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία