Δείτε επίσης: παῦλα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παύλα οι παύλες
      γενική της παύλας των παυλών
    αιτιατική την παύλα τις παύλες
     κλητική παύλα παύλες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
παύλα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παῦλα (σταμάτημα) < παύω. Συγκρίνετε με το παύση

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈpa.vla/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παύ‐λα

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

παύλα θηλυκό

  1. (σημείο στίξης) μικρή οριζόντια γραμμούλα στο ύψος της μέσης κεφαλαίου γράμματος. Χρησιμοποιείται στα κείμενα, στην αρχή μιας ενότητας
    1. για να δείξει ότι ξεκινάει να μιλάει άλλος ομιλητής, συνήθως και με αλλαγή παραγράφου
      σύμβολο:   διαφορετικό από το ενωτικό   -
    2. (όταν ακολουθεί δεύτερη παύλα στο τέλος της φράσης) κάτι εμβόλιμο στη σκέψη ή στην κουβέντα
  2. (κανονικές εκφράσεις) μεταχαρακτήρας που δηλώνει διάστημα σε ακολουθία αλφαβητικών ή αριθμητικών χαρακτήρων σε μια κλάση χαρακτήρων
    στη δήλωση της κλάσης χαρακτήρων αντί να γραφτούν ένα ένα όλα τα γράμματα της αλφαβήτου μπορεί να γραφτεί [a-z] χρησιμοποιώντας την παύλα ( - )
    δείτε επίσης: glob
  3. (γενικότερα, προφορικό) κάθε τυπογραφικό οριζόντιο σημάδι που μοιάζει με παύλα
    → δείτε τις λέξεις ενωτικό και μείον

Εκφράσεις

επεξεργασία

Παράγωγα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία