Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παύλα < αρχαία ελληνική παῦλα < παύω

σύγκρινε με: παύση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παύλα θηλυκό

  1. σημείο στίξης που χρησιμοποιείται
    • σαν ενωτικό
    • για να δείξει ότι ξεκινάει άλλος ομιλητής
    • (όταν ακολουθεί δεύτερη παύλα στο τέλος της φράσης) κάτι εμβόλιμο στη σκέψη ή στην κουβέντα
  2. (κανονικές εκφράσεις) μεταχαρακτήρας που δηλώνει διάστημα σε ακολουθία αλφαβητικών ή αριθμητικών χαρακτήρων σε μια κλάση χαρακτήρων
    στη δήλωση της κλάσης χαρακτήρων αντί να γραφτούν ένα ένα όλα τα γράμματα της αλφαβήτου μπορεί να γραφτεί [a-z] χρησιμοποιώντας την παύλα ( - )
    δείτε επίσης: glob

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  1. τελεία και παύλα: δηλώνει οριστική απόφαση

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • παρόλο που η χρήση της λέξης στον καθημερινό λόγο περιλαμβάνει όλες τις μορφές της παύλας (και το μείον), στην τυπογραφία χρησιμοποιούνται διαφορετικές λέξεις
  • προφορικά χρησιμοποιείται για να δείξει την ύπαρξη του σημείου ως ενωτικού ανάμεσα σε δύο λέξεις που πρέπει να ληφθούν σαν μία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία