Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

rest (en)

  1. ανάπαυση, ξεκούραση
  2. στάση για ανάπαυση
  3. ακινησία
  4. γαλήνη, ηρεμία
  5. (μουσική) παύση
  6. στήριγμα, εκεί που ακουμπά κάτι ή κάποιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

rest (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

rest (en)

  1. ξεκουράζω
  2. αναπαύομαι, ξεκουράζομαι
  3. επαναπαύομαι
    to rest on one's laurels: αναπαύομαι στις δάφνες μου
  4. σταματώ, διακόπτω μια εργασία ή μια προσπάθεια
  5. ακουμπώ, στηρίζω
  6. (στο δικαστήριο) λέγεται όταν η μία πλευρά τελειώνει την παρουσίαση των επιχειρημάτων της
    the People rest

ΕκφράσειςΕπεξεργασία