Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκσφενδονίζω < μεσαιωνική ελληνική εκσφενδονίζω < ελληνιστική κοινή ἐκσφενδονάω / ἐκσφενδονῶ < ἐκ + αρχαία ελληνική σφενδονάω / σφενδονῶ < σφενδόνη

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκσφενδονίζω (παθητική φωνή: εκσφενδονίζομαι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία