Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πετιέμαι < παθητική φωνή του πετάω / πετώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

πετιέμαι και πετάγομαι, πρτ.: πετιόμουν(α) και πεταγόμουν(α), στ.μέλλ.: θα πεταχτώ, αόρ.: πετάχτηκα, μτχ.π.π.: πεταγμένος

  1. με πετάνε
    1. με ρίχνουν
    2. με απορρίπτουν ως κάτι άχρηστο
    3. με σκορπάνε
  2. κινούμαι απότομα και ορμητικά
  3. πηγαίνω κάπου, σε κοντινή συνήθως απόσταση, με σκοπό να επιστρέψω γρήγορα
  4. παίρνω τον λόγο, απότομα και συνήθως άκαιρα
    μην πετιέσαι σαν πορδή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία