Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λάκωνας < Λάκων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Λάκωνας αρσενικό

  1. εκείνος που κατάγεται από τη Λακωνία
  2. ο λιγομίλητος, που εκφράζεται ιδιαίτερα περιεκτικά, που μιλά λακωνικά

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία