Δείτε επίσης: ἀποβιώσας

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποβιώσας < ελληνιστική κοινή ἀποβιώσας, μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος ἀποβιόω / ἀποβιῶ < ἀπό + αρχαία ελληνική βιόω / βιῶ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αποβιώσας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία