Ελληνικά (el) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιβιώσας < αρχαία ελληνική ἐπιβιώσας, μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος ἐπιβιόω-ῶ < ἐπί (επι-) + βιόω-ῶ < βίος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

  1. (λόγιο) που επιβίωσε παρά τις αντίξοες συνθήκες
  2. (μεταφορικά) που δεν ηττήθηκε ή δεν βγήκε χαμένος, άφραγκος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία