Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταστάς < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική μεταστάς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεταστάς αρσενικό (θηλυκό μεταστάσα) (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο μεταστάς)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μεταστάς μεταστᾶσα μεταστάν μεταστάντες μεταστᾶσαι μεταστάντα
Γενική μεταστάντος μεταστάσης μεταστάντος μεταστάντων μεταστασῶν μεταστάντων
Δοτική μεταστάντι μεταστάσῃ μεταστάντι μεταστᾶσι(ν) μεταστάσαις μεταστᾶσι(ν)
Αιτιατική μεταστάντα μεταστᾶσαν μεταστάν μεταστάντας μεταστᾶσας μεταστάντα
Κλητική μεταστάς μεταστᾶσα μεταστάν μεταστᾶντες μεταστᾶσαι μεταστάντα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μεταστάντε μεταστάσᾱ μεταστάντε
Γενική-Δοτική μεταστάντοιν μεταστάσαιν μεταστάντοιν

  ΜετοχήΕπεξεργασία

μεταστάς, μεταστᾶσα, μεταστάν