Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συχωρεμένος η συχωρεμένη το συχωρεμένο
      γενική του συχωρεμένου της συχωρεμένης του συχωρεμένου
    αιτιατική τον συχωρεμένο τη συχωρεμένη το συχωρεμένο
     κλητική συχωρεμένε συχωρεμένη συχωρεμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συχωρεμένοι οι συχωρεμένες τα συχωρεμένα
      γενική των συχωρεμένων των συχωρεμένων των συχωρεμένων
    αιτιατική τους συχωρεμένους τις συχωρεμένες τα συχωρεμένα
     κλητική συχωρεμένοι συχωρεμένες συχωρεμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συχωρεμένος < συγχωρημένος < συγχωρέω (υποχωρώ, κάνω πέρα για να χωρέσουμε)

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συχωρεμένος αρσενικό, μετοχή παθ. παρακ. του συχωρώ

  1. που έχει συγχωρηθεί
    -Συγγνώμη μαμά. -Εντάξει, συχωρεμένος, πάρε τώρα το παγωτό σου
  2. (μεταφορικά) ο νεκρός
    Όλα τα άφησε στη φιλενάδα του και στη χήρα δεν άφησε τίποτα ο συχωρεμένος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία