Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγχωρώ < αρχαία ελληνική συγχωρῶ (συγχωρέω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

συγχωρώ, πρτ.: συγχωρούσα, στ.μέλλ.: θα συγχωρέσω ή συγχωρήσω, αόρ.: συγχώρεσα ή συγχώρησα, παθ.φωνή: συγχωρούμαι, μτχ.π.π.: συγχωρεμένος και συγχωρημένος

  1. παύω να έχω αρνητικά συναισθήματα απέναντι σε κάποιο που έκανε ένα σφάλμα
    • (κάποιον για κάτι)
      ο πατέρας συγχώρεσε το παιδί του για την ασέβεια που έδειξε
    • (σε κάποιον κάτι)
      σου έχω συγχωρέσει πολλά, αλλά αυτό παραπάει
  2. συνώνυμο της συγγνώμης, σε μη κυριολεκτικές εκφράσεις ευγενείας όπου με τακτ κάποιος ζητεί κάτι που αυτονόητα δικαιούται και η έκφραση παρά το παρακλητικό ρήμα, έχει έγκλιση προστακτικής
    Εμάς μας συγχωρείτε, αλλά πρέπει να πηγαίνουμε
    Με συγχωρείτε πολύ, αλλά αυτό είναι απαράδεκτο και αποκλείεται να συμφωνήσω!
    Με συγχωρείτε, μπορείτε να επαναλάβετε την τελευταία φράση;
    (με αγένεια, χωρίς τήρηση προσχημάτων) Να με συγχωρεί η χάρη σου, αλλά έπρεπε να με είχες συμβουλευτεί

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • να συγχωρεθούν τα πεθαμένα (σας): έκφραση με την οποία δίνονται τα συλλυπητήρια κάποιου στην οικογένεια του νεκρού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία