Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγχώρεση και συγχώρηση (και πιο απλός τύπος, συχώρεση < αρχ. ελληνική συγχώρησις < συγχωρέω και συγχωρῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συγχώρεση θηλυκό

  • η ενέργεια, το αποτέλεσμα του συγχωρώ, η παροχή συγγνώμης, όταν ο άλλος δεν μας καταλογίζει πλέον κάτι για το οποίο αισθανόμαστε υπεύθυνοι / η άφεση αμαρτιών όταν η συγχώρηση ζητείται από το Θεό.
    • ... ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας, είπα όσα εγνώρισα,...εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε (Θ. Κολοκοτρώνης, 1838, σε γυμνασιόπαιδες στην Πνύκα)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία