Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το συγχωροχάρτι τα συγχωροχάρτια
      γενική του συγχωροχαρτιού των συγχωροχαρτιών
    αιτιατική το συγχωροχάρτι τα συγχωροχάρτια
     κλητική συγχωροχάρτι συγχωροχάρτια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγχωροχάρτι < συγχωρο- + χαρτί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συγχωροχάρτι ουδέτερο

  1. (θρησκεία) έγγραφη άφεση αμαρτιών που έδινε η Καθολική Εκκλησία έναντι χρηματικού ποσού
  2. (γενικότερα) η συγχώρεση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία