Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
pardon pardons

pardon (en)

  1. η συγχώρεση, η συγγνώμη
  2. η αμνηστίαχάρη)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας pardon
γ΄ ενικό ενεστώτα pardons
αόριστος pardoned
παθητική μετοχή pardoned
ενεργητική μετοχή pardoning

pardon (en)

  1. συγχωρώ
    I can pardon one or two spelling mistakes.
    Ένα δύο ορθογραφικά λάθη μπορώ να τα συγχωρήσω.
     συνώνυμα: forgive
  2. αμνηστεύω



Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

pardon (fr)