Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγκατατίθεμαι < αρχ. ελληνική συγκατατίθημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

συγκατατίθεμαι

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία