Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποδέχομαι < αρχαία ελληνική ἀποδέχομαι < ἀπό + δέχομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποδέχομαι

  1. δέχομαι κάτι που μου προσφέρεται, δεν το αρνούμαι
    οι κληρονόμοι αποδέχτηκαν επίσημα την κληρονομιά
  2. συμφωνώ με κάτι, το εγκρίνω, δίνω τη σύμφωνη γνώμη μου ή την έγκρισή μου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία