Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραδέχομαι < αρχαία ελληνική < παρά + δέχομαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ɾa.ˈðɛ.xɔ.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

παραδέχομαι

  1. δέχομαι ως σωστό, συμφωνώ με κάτι
    δεν παραδέχεται ότι έκανε λάθος
  2. επιβεβαιώνω κάποια αλήθεια, συνήθως ομολογώντας κάτι
    παραδέχομαι ότι φοβάμαι τα αεροπλάνα
  3. θεωρώ κάποιον ικανό και άξιο
    την παραδέχτηκα χθες, διότι είχε το θάρρος να επιμένει στην άποψή της

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία