Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ζωντανός ζωντανή ζωντανό
γενική ζωντανού ζωντανής ζωντανού
αιτιατική ζωντανό ζωντανή ζωντανό
κλητική ζωντανέ ζωντανή ζωντανό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζωντανοί ζωντανές ζωντανά
γενική ζωντανών ζωντανών ζωντανών
αιτιατική ζωντανούς ζωντανές ζωντανά
κλητική ζωντανοί ζωντανές ζωντανά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωντανός < μεσαιωνική ελληνική ζωντανός < αρχαία ελληνική ζῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zɔn.da.ˈnɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /zɔn.da.ˈni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /zɔn.da.ˈnɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ζωντανός

  1. που ζει, βρίσκεται στη ζωή, δεν είναι νεκρός
    αντώνυμα: νεκρός, πεθαμένος
  2. (μεταφορικά) ο ζωηρός, με έντονη διάθεση
    ο Γιώργος είναι ζωντανός άνθρωπος και μεταδίδει την καλή του διάθεση και στους γύρω του
  3. που προκαλεί έντονη κι ευχάριστηση αίσθηση
    συνώνυμα: έντονος, λαμπερός, φωτεινός
    αντώνυμα: αχνός, ξεθωριασμένος
    έβαψε το δωμάτιο των παιδιών με ζωντανά χρώματα
  4. που αποδίδει κάτι με παραστατικότητα κι ευκρίνεια
    συνώνυμα: εναργής, παραστατικός
    ζωντανή αφήγηση
  5. που μεταδίδεται απ' ευθείας
    ο αγώνας μεταδίδεται ζωντανός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία