Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

zesty < zest + -y

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

zesty (en)

  1. πικάντικος
  2. ζωντανός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία