Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζωντανό τα ζωντανά
      γενική του ζωντανού των ζωντανών
    αιτιατική το ζωντανό τα ζωντανά
     κλητική ζωντανό ζωντανά
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωντανό < ζωντανός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζωντανό ουδέτερο

  1. οικόσιτο ζώο
  2. (σκωπτικό) ανόητος, χαζός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ζωντανό