↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο οικόσιτος η οικόσιτη το οικόσιτο
      γενική του οικόσιτου της οικόσιτης του οικόσιτου
    αιτιατική τον οικόσιτο την οικόσιτη το οικόσιτο
     κλητική οικόσιτε οικόσιτη οικόσιτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οικόσιτοι οι οικόσιτες τα οικόσιτα
      γενική των οικόσιτων των οικόσιτων των οικόσιτων
    αιτιατική τους οικόσιτους τις οικόσιτες τα οικόσιτα
     κλητική οικόσιτοι οικόσιτες οικόσιτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
οικόσιτος < (ελληνιστική κοινήοἰκόσιτος < οἶκος + σῖτος

  Επίθετο

επεξεργασία

οικόσιτος, -η, -ο

  1. για ζώο ή πουλερικό που τρέφεται από τον άνθρωπο και ζει μαζί του
    Ένας οικόσιτος παπαγάλος ...βοήθησε την αστυνομία να συλλάβει τον δολοφόνο της ιδιοκτήτριάς του στη βόρεια ινδική πόλη Άγκρα, αναφέρουν σήμερα δημοσιεύματα. (*)
  2. (ουσιαστικοποιημένο) οικόσιτο: ζώο ή πουλερικό που τρέφεται από τον άνθρωπο και ζει μαζί του

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία