Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πουλερικό τα πουλερικά
      γενική του πουλερικού των πουλερικών
    αιτιατική το πουλερικό τα πουλερικά
     κλητική πουλερικό πουλερικά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πουλερικό < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πουλερικό ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία