Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πτηνό πτηνά
γενική πτηνού πτηνών
αιτιατική πτηνό πτηνά
κλητική πτηνό πτηνά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πτηνό < αρχαία ελληνική πτηνόν < πέτομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτηνό ουδέτερο

  1. το πτηνό και στον πληθυντικό τα πτηνά, είναι είδος ωοτόκου σπονδυλωτού ζώου με δύο πόδια, ράμφος και φτερά
  2. οι Νήσοι των Πτηνών είναι τα νησιά Άβες (Aves) και το ομώνυμο αρχιπέλαγος στην Καραϊβική

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία