Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική πτητικός πτητική πτητικό
γενική πτητικού πτητικής πτητικού
αιτιατική πτητικό πτητική πτητικό
κλητική πτητικέ πτητική πτητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πτητικοί πτητικές πτητικά
γενική πτητικών πτητικών πτητικών
αιτιατική πτητικούς πτητικές πτητικά
κλητική πτητικοί πτητικές πτητικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πτητικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτητικός

  1. που αναφέρεται στην πτήση
    πτητική συσκευή
  2. που έχει την τάση να εξατμίζεται εύκολα
    το οινόπνευμα είναι πτητική ουσία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία