Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
ποταμός
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποταμός ποταμοί
γενική ποταμού ποταμών
αιτιατική ποταμό ποταμούς
κλητική ποταμέ ποταμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποταμός < αρχαία ελληνική ποταμός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɔ.ta.ˈmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποταμός αρσενικό

  1. (γεωγραφία) μεγάλη υδάτινη μάζα που ρέει σε μεγάλη απόσταση με φυσική ροή εντός μίας καθορισμένης κοίτης, ξεκινώντας από μία ή περισσότερες φυσικές πηγές ή λίμνες και καταλήγοντας στη θάλασσα ή σε λίμνη
  2. (μεταφορικά) (πληθυντικός) μεγάλη ποσότητα (υγρού)
    • ποταμοί δακρύων
  3. κύρια οριζόντια δοκός στη βάση της στέγης
    • με το σεισμό, έσπασε ο ποταμός της σκεπής

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μυθιστόρημα-ποταμός: το πολύ εκτενές μυθιστόρημα
  • είμαι άνω ποταμών: βρίσκομαι στα όριά μου
  • είναι άνω ποταμών: είναι ανυπόφορος, είναι εξοργιστικός

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία