Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δοκός οι δοκοί
      γενική της δοκού των δοκών
    αιτιατική τη δοκό τις δοκούς
     κλητική δοκέ δοκοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δοκός < αρχαία ελληνική δοκός < δέχομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *deḱ- (δέχομαι, παίρνω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δοκός θηλυκό

  1. (αρχιτεκτονική) δοκάρι
  2. (αθλητισμός) δοκάρι (στα γκολπόστ)
  3. (αθλητισμός) όργανο γυμναστικής που αποτελείται από ένα οριζόντιο δοκάρι, που στηρίζεται σε δύο βάσεις, και που παρών στο οποίο οι αθλήτριες εκτελούν τεχνικές και ισορροπιστικές ασκήσεις (και (κατ' επέκταση) το σχετικό άθλημα)
    Στην ενόργανη γυμναστική, οι άνδρες αγωνίζονται σε έδαφος, ίππο με λαβές, κρίκους, άλμα, μονόζυγο και παράλληλους ζυγούς. Οι γυναίκες μετέχουν παίρνουν μέρος σε άλμα, έδαφος, δοκό ισορροπίας και ασύμμετρους ζυγούς.(*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία