↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τεχνικός η τεχνική το τεχνικό
      γενική του τεχνικού της τεχνικής του τεχνικού
    αιτιατική τον τεχνικό την τεχνική το τεχνικό
     κλητική τεχνικέ τεχνική τεχνικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τεχνικοί οι τεχνικές τα τεχνικά
      γενική των τεχνικών των τεχνικών των τεχνικών
    αιτιατική τους τεχνικούς τις τεχνικές τα τεχνικά
     κλητική τεχνικοί τεχνικές τεχνικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
τεχνικός < ελληνιστική κοινή τεχνικός ("ικανός, καλλιτεχνικός") < αρχαία ελληνική . Αναλύεται σε τέχνη + -ικός
Για το ουσιαστικό < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική technicien[1]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /te.xniˈkos/ (αρσενικό)
ΔΦΑ : /te.xniˈci/ (θηλυκό)
ΔΦΑ : /te.xniˈko/ (ουδέτερο)

  Επίθετο

επεξεργασία

τεχνικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την πρακτική εφαρμογή θεωρητικών γνώσεων
    τεχνική ορολογία, τεχνικός όρος
    τεχνικό εγχειρίδιο
    τεχνικό σχολείο
     συνώνυμα: τεχνολογικός
  2. που έχει γίνει με μεγάλη δεξιότητα
     συνώνυμα: δεξιοτεχνικός
  3. (θηλυκό) → δείτε τη λέξη τεχνική

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

τεχνικός αρσενικό

  1. (επάγγελμα) επιστήμονας που ειδικεύεται στην πρακτική εφαρμογή θεωρητικών επιστημών
  2. ειδικευμένος τεχνίτης
    τεχνικός τηλεοράσεων

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία