Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Έβρος < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Έβρος αρσενικό

  1. (γεωγραφία) ανατολικός οροθετικός ποταμός στη Θράκη
  2. νομός της Θράκης, ο ανατολικότερος της χερσαίας Ελλάδας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία