Δείτε επίσης: νόμος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νομός οι νομοί
      γενική του νομού των νομών
    αιτιατική τον νομό τους νομούς
     κλητική νομέ νομοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νομός < αρχαία ελληνική νομός < νέμω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νομός αρσενικό

  • διοικητική δικαιοδοσία ή υποδιαίρεση σε χώρα ή εκκλησιαστική δομή

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία