Δείτε επίσης: Πηγή, πυγή

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πηγή οι πηγές
      γενική της πηγής των πηγών
    αιτιατική την πηγή τις πηγές
     κλητική πηγή πηγές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πηγή < αρχαία ελληνική πηγή[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pi.ˈʝi/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πηγή θηλυκό

  1. (γεωγραφία) φυσικό άνοιγμα στη γη από το οποίο αναβλύζει νερό
    θερμές πηγές, ιαματικές πηγές, μεταλλικές πηγές
  2. τόπος ή σημείο από το οποίο κάτι προέρχεται ή έχει τις ρίζες του
    η πηγή της νόσου ανιχνεύτηκε σε ένα αγρόκτημα...
  3. η αιτία
    τα χρήματα μπορεί να μην είναι η πηγή της ευτυχίας, αλλά πρέπει τουλάχιστον να καλύπτονται οι βασικές ανάγκες του καθενός
  4. κείμενο ή πρόσωπο που διαδίδει πληροφορίες
    αναφέρθηκε σε συμπεράσματα από άλλα πειράματα χωρίς να βάλει την πηγή
  5. (φυσική) source: ότι παράγει ήχο, φώς, ηλεκτρικό ρεύμα, κλπ.
    ※  πηγή εναλλασσόμενου ρεύματος, εφεδρική πηγή ισχύος, φωτεινή πηγή
  6. (τηλεπικοινωνίες, πληροφορική) source: συσκευή ή πρόγραμμα που παράγει σήμα, πληροφορία, ροή δεδομένων (data stream), κλπ.
    συντομογραφία: (τηλεπικοινωνίες) So [2]
     συνώνυμα: (κυρίως τηλεπικοινωνίες) πομπός
     αντώνυμα: δέκτης, αποδέκτης


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «πηγή» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. από αναζήτηση στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.