Arrows blue.png Δείτε επίσης: πυγή

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πηγή πηγές
γενική πηγής πηγών
αιτιατική πηγή πηγές
κλητική πηγή πηγές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πηγή < (λόγιο) < αρχαία ελληνική πηγή[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pi.ˈʝi/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πηγή θηλυκό

  1. (γεωγραφία) φυσικό άνοιγμα στη γη από το οποίο αναβλύζει νερό
    θερμές πηγές, ιαματικές πηγές, μεταλλικές πηγές
  2. τόπος ή σημείο από το οποίο κάτι προέρχεται ή έχει τις ρίζες του
    η πηγή της νόσου ανιχνεύτηκε σε ένα αγρόκτημα...
  3. η αιτία
    τα χρήματα μπορεί να μην είναι η πηγή της ευτυχίας, αλλά πρέπει τουλάχιστον να καλύπτονται οι βασικές ανάγκες του καθενός
  4. κείμενο ή πρόσωπο που διαδίδει πληροφορίες
    αναφέρθηκε σε συμπεράσματα από άλλα πειράματα χωρίς να βάλει την πηγή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία