Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γαλοπούλα οι γαλοπούλες
      γενική της γαλοπούλας
    αιτιατική τη γαλοπούλα τις γαλοπούλες
     κλητική γαλοπούλα γαλοπούλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαλοπούλα < γάλος + -οπούλα < ιταλική gallo d' India (=κόκορας της Ινδίας)
 
γαλοπούλες

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαλοπούλα θηλυκό και γάλος αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία