Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈĩndɨk/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

indyk (pl) αρσενικό

  1. η γαλοπούλα