Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αχνός αχνοί
γενική αχνού αχνών
αιτιατική αχνό αχνούς
κλητική αχνέ αχνοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αχνός (ουσιαστικό) < αρχαία ελληνική ἀτμός
αχνός (επίθετο) < από το ουσιαστικό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αχνός αρσενικό

  1. ο ατμός που αναδύεται από κάτι που βράζει ή που έχει υψηλή θερμοκρασία σε σύγκριση με το περιβάλλον (π.χ. η ανθρώπινη πνοή όταν κάποιος βρίσκεται σε ψυχρό περιβάλλον)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αχνός αχνή αχνό
γενική αχνού αχνής αχνού
αιτιατική αχνό αχνή αχνό
κλητική αχνέ αχνή αχνό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αχνοί αχνές αχνά
γενική αχνών αχνών αχνών
αιτιατική αχνούς αχνές αχνά
κλητική αχνοί αχνές αχνά

αχνός, -ή, -ό

  1. που τον διακρίνεις με δυσκολία, διόλου έντονος, σαν να τον κρύβει ομίχλη ή ατμός, αδιόρατος
  2. (μεταφορικά) άτονος, αδύναμος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία