Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

faint (en)

  1. αδύναμος, ασθενικός, εξασθενημένος, καταβεβλημένος
    faint with hunger - εξασθενημένος από την πείνα
    faint resistance - αδύναμη αντίσταση
  2. άτολμος, χωρίς θάρρος και ενέργεια
  3. αμυδρός, αδιόρατος, ανεπαίσθητος
    a faint smile - ένα αδιόρατο χαμόγελο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

faint (en)

  1. η λιποθυμία

  ΡήμαΕπεξεργασία

faint (en)

  1. λιποθυμώ