Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ζωηρός ζωηρή ζωηρό
γενική ζωηρού ζωηρής ζωηρού
αιτιατική ζωηρό ζωηρή ζωηρό
κλητική ζωηρέ ζωηρή ζωηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζωηροί ζωηρές ζωηρά
γενική ζωηρών ζωηρών ζωηρών
αιτιατική ζωηρούς ζωηρές ζωηρά
κλητική ζωηροί ζωηρές ζωηρά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωηρός < μεσαιωνική ελληνική ζωηρός < ζωή + -ηρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ζωηρός, -ή, -ό

  1. που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δράση και ενεργητικότητα
    συνώνυμα: δραστήριος, ζωντανός, ενεργητικός, κινητικός, σφριγηλός
    αντώνυμα: αδρανής, άτονος, άπραγος, νωθρός
  2. έντονος
    ζωηρό ενδιαφέρον
    ζωηρά χρώματα
  3. άτακτος
    πολύ ζωηρό παιδί αυτός ο Γιάννης
    συνώνυμα: ανήσυχος, άτακτος
    αντώνυμα: φρόνιμος, ήσυχος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία