Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωηρά < ζωηρός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ζωηρά

  1. με ζωντάνια
  2. έντονα, δυνατά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ζωηρά