Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το ζωντάνεμα
      γενική του ζωντανέματος
    αιτιατική το ζωντάνεμα
     κλητική ζωντάνεμα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωντάνεμα < ζωντανεύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζωντάνεμα ουδέτερο

  1. η τόνωση, η ενίσχυση, η προσφορά ζωής, το ζωήρεμα
    το ζωντάνεμα των χρωμάτων
    το ζωντάνεμα της παρέας, συντροφιάς, συζήτησης
  2. το να γίνεται κάτι πιο αληθινό
  3. η ανάσταση
  4. το να ξαναβρίσκει κάποιος άνθρωπος τη ζωντάνια, τη ζωηράδα του μετά από ασθένεια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία