↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κεκοιμημένος η κεκοιμημένη το κεκοιμημένο
      γενική του κεκοιμημένου της κεκοιμημένης του κεκοιμημένου
    αιτιατική τον κεκοιμημένο την κεκοιμημένη το κεκοιμημένο
     κλητική κεκοιμημένε κεκοιμημένη κεκοιμημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κεκοιμημένοι οι κεκοιμημένες τα κεκοιμημένα
      γενική των κεκοιμημένων των κεκοιμημένων των κεκοιμημένων
    αιτιατική τους κεκοιμημένους τις κεκοιμημένες τα κεκοιμημένα
     κλητική κεκοιμημένοι κεκοιμημένες κεκοιμημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κεκοιμημένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κεκοιμημένος

κεκοιμημένος, -η, -ο

Συνώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική κεκοιμημένος κεκοιμημένη τὸ κεκοιμημένον
      γενική τοῦ κεκοιμημένου τῆς κεκοιμημένης τοῦ κεκοιμημένου
      δοτική τῷ κεκοιμημέν τῇ κεκοιμημέν τῷ κεκοιμημέν
    αιτιατική τὸν κεκοιμημένον τὴν κεκοιμημένην τὸ κεκοιμημένον
     κλητική ! κεκοιμημένε κεκοιμημένη κεκοιμημένον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ κεκοιμημένοι αἱ κεκοιμημέναι τὰ κεκοιμημέν
      γενική τῶν κεκοιμημένων τῶν κεκοιμημένων τῶν κεκοιμημένων
      δοτική τοῖς κεκοιμημένοις ταῖς κεκοιμημέναις τοῖς κεκοιμημένοις
    αιτιατική τοὺς κεκοιμημένους τὰς κεκοιμημένᾱς τὰ κεκοιμημέν
     κλητική ! κεκοιμημένοι κεκοιμημέναι κεκοιμημέν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ κεκοιμημένω τὼ κεκοιμημέν τὼ κεκοιμημένω
      γεν-δοτ τοῖν κεκοιμημένοιν τοῖν κεκοιμημέναιν τοῖν κεκοιμημένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λελυμένος' όπως «λελυμένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

κεκοιμημένος, -η, -ον