Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀποθνήσκω < ἀπό + θνήσκω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀποθνήσκω

  1. αποθνήσκω, πεθαίνω
  2. φονεύομαι (παθητικό του ἀποκτείνω)