Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θνήσκω < αρχαία ελληνική θνῄσκω

  ΡήμαΕπεξεργασία

θνήσκω

  1. πεθαίνω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία