Δείτε επίσης: εταιρεία, ἑταιρία, εταιρία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἑταιρεία ἑταιρεία ἑταιρεῖαι
Γενική ἑταιρείας ἑταιρείαιν ἑταιρειῶν
Δοτική ἑταιρεί ἑταιρείαιν ἑταιρείαις
Αιτιατική ἑταιρείαν ἑταιρεία ἑταιρείας
Κλητική ἑταιρεία ἑταιρεία ἑταιρεῖαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἑταιρεία < ἑταιρεῖος < ἑταῖρος < ἔτης < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *swé (ἑός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἑταιρεία θηλυκό

  1. όμιλος εταίρων, αδελφότητα, ομάδα ανθρώπων που έχουν κοινό σκοπό
  2. (για ζώα) αγέλη
  3. (πολιτική) πολιτικό κόμμα
  4. ασελγής βίος
    Ταυτόσημο ἑταίρησις
  5. (γενικά) η φιλία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ἑταιρεία

  ΠηγέςΕπεξεργασία