Δείτε επίσης: ἑταῖρος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εταίρος οι εταίροι
      γενική του εταίρου των εταίρων
    αιτιατική τον εταίρο τους εταίρους
     κλητική εταίρε εταίροι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εταίρος < αρχαία ελληνική ἑταῖρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εταίρος αρσενικό ή θηλυκό

  1. το μέλος μιας εταιρείας, κερδοσκοπικής ή μη
  2. το μέλος μιας συμμαχίας ή ένωσης κρατών
    Οι υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης δεν πρέπει να περιμένουν καμιά διευκόλυνση από τις εταίρους τους (από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 3 Μαρτίου 2011)
    • (ως επίθετο)
      τονίζει ότι η πολιτική για τη γειτονία πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τρόπο διαφοροποιημένο, ανάλογα με τις σχέσεις και με τη δέσμευση της καθεμιάς από τις εταίρους χώρες έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών για την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ΕΕ C 23 της 27.1.2004)
  3. (ιστορία) ο ευγενής που υπηρετούσε στο ομώνυμο σώμα του μακεδονικού ιππικού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία